Σχημάτιζαν ένα ποτάμι
μέχρι την ουζερί του Στράτου
τα νερά.
Σταμάτησε μαζί τους.
Πέταξε το τσιγάρο στη Μητροπόλεως.
Λες έβρεχε μαζί μια ευγένεια
και αλλιώς δεν ήθελε να μπει.
Έπαιζε ένα μινόρε ο Ζαμπέτας
και έκλαιγαν τα ηχεία
μέχρι την τζαμόπορτα.
μέχρι την τζαμόπορτα.
Θες το μπουζούκι, η βροχή
ή μήπως οι καμπάνες της Φανερωμένης
που χτυπούσαν αργά την ώρα...
θολούρα.
Κάθισε.
Σκούπισε τα γυαλιά του. Τίποτα.
Ήταν αγέννητος όταν γράφτηκε
μα ένοιωθε αιώνες
να τον τρυπούνε αμανέ μες στο μυαλό.
Άραγε βιολέτα, γαρύφαλλο και καπνό
μύριζαν οι αιωνιότητες όλες;
Μόνο μια τζούρα πήρε από αυτές
κι ύστερα αναστεναγμός.
κι ύστερα αναστεναγμός.
Σαν ένα δεύτερο Πάσχα να 'τρεχε να ‘ρθεί
και για ένα τίποτα πνίγηκε
μες στο τραγούδι της μικρής Παρασκευής.
μες στο τραγούδι της μικρής Παρασκευής.